Η ιστορία του Δρομέα

ΔΙΑΦΟΡΑ

Η κατασκευή, η παρ’ ολίγον κατεδάφιση και η σημερινή του αξία
Η Αθήνα ως πρωτεύουσα της Ελλάδας και ως μία ευρωπαϊκή πόλη προσπάθησε τις τελευταίες δεκαετίες να αποκτήσει μία πιο εκσυγχρονισμένη εικόνα, να εξελίξει το ήδη υπάρχον αστικό φόντο και να αποκτήσει μία πιο άμεση σχέση με τη σύγχρονη τέχνη. Ένα από τα έργα που πραγματώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1980 για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων, ήταν και η κατασκευή του Δρομέα, από τον Κώστα Βαρώτσο, ένα γλυπτό που δίχασε την κοινή γνώμη, κόντεψε να διαλυθεί, και τελικά μετακόμισε επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας.

Ο Δρομέας πήρε σάρκα και οστά τον Αύγουστο του 1988, στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δράσης «Δρώμενα» που οργάνωσε ο Δήμος Αθηναίων, επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ, και αντιδημαρχίας πολιτισμού Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα χρόνο πριν, το 1987, ο Βαρώτσος είχε εκπροσωπήσει τη χώρα μας στην XIX Biennale στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Το διάσημο αυτό γλυπτό, με το επιβλητικό παρουσιαστικό ύψους 8 μέτρων, είναι φτιαγμένο από γυαλί και σίδερο και αρχικά σχεδιάστηκε με πρόθεση να τοποθετηθεί σε επιλεγμένα σημεία της πρωτεύουσας, και να μείνει εκεί για έναν περίπου μήνα, όσο θα διαρκούσαν δηλαδή και τα «Δρώμενα».

Η καλλιτεχνική αυτή πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων αποσκοπούσε στην εξοικείωση των κατοίκων της πόλης με έργα σύγχρονων δημιουργών (τα οποία θα τοποθετούνταν σε κεντρικά σημεία του Λεκανοπεδίου προσωρινά), αποβλέποντας συνάμα και στη βελτίωση του αστικού τοπίου. Όμως ο Δρομέας φάνηκε να μην έχει ημερομηνία λήξης και κατέλαβε την πλατεία Ομονοίας, όπου και παρέμεινε εκεί για μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο διάστημα, διανύοντας και όλο τον Σεπτέμβριο του ’88 και στιγματίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το Κέντρο. Αυτό, βέβαια, δεν άφησε ασυγκίνητους τους Αθηναίους, και σύντομα απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές, αλλά και φανατικούς εχθρούς. Έτσι, οι μισοί επιθυμούσαν την παραμονή του και οι υπόλοιποι ήθελαν να κατεδαφιστεί.

Ο Δρομέας, έχοντας κατασκευαστεί για να παραμείνει για λίγο μόνο καιρό στην Ομόνοια, δεν είχε τις κατάλληλες προδιαγραφές για να διαρκέσει στον χρόνο. Ο Κώστας Βαρώτσος δημιούργησε το ανθρωπόμορφο αυτό γλυπτό, ακολουθώντας την ίδια τεχνική με την οποία φιλοτέχνησε το έργο «Ποιητής» στην Κύπρο (1983). Μετά, λοιπόν, από μερικά χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα προβλήματα στη στατικότητα και στη σταθερότητα της φόρμας του. Επίσης, οι επικείμενες εργασίες για την κατασκευή του μετρό, και τη σύνδεση του τελευταίου με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, είχαν ως αποτέλεσμα να παρθεί η απόφαση για την κατεδάφιση αυτού του έργου τέχνης. Ωστόσο, τελευταία στιγμή, αποφασίστηκε η προσωρινή μεταφορά του στην πλατεία της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Εκεί το έργο επανασχεδιάστηκε, μελετήθηκε στατικά και μεταφέρθηκε εν τέλει τον Μάιο του 1994 στη σημερινή του θέση, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον και την Εθνική Πινακοθήκη, πάνω στην Βασιλίσσης Σοφίας.

Το γυάλινο αυτό δημιούργημα του Βαρώτσου έμελλε όχι μόνο να στολίσει τη γειτονιά του Ευαγγελισμού, αλλά και να ομορφύνει εν γένει το Κέντρο, και να αποτελέσει ένα από τα σήματα κατατεθέντα της ελληνικής πρωτεύουσας, με το γλυπτό να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και την προσοχή, όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των ξένων επισκεπτών. Παρατηρώντας τον Δρομέα, βλέπεις τις άκρες του να σαλεύουν, και αισθάνεσαι ότι αυτό το μνημείο είναι ζωντανό και κινείται σταθερά. Ο άνεμος που περνά μέσα από τις σχισμές του σφυρίζει ρομαντικά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι μιλάει και αφηγείται την ιστορία του καθώς και τα λόγια του κόσμου που το αντικρίζει. Η στάση του είναι σαν ενός δρομέα που φτάνει στην γραμμή του τερματισμού και ολοκληρώνει το στόχο και τα όνειρά του. Και αυτό το καθιστά μοναδικό, γιατί μας μαθαίνει κάτι σπουδαίο: ακόμη κι αν όλα γύρω μας είναι στάσιμα, με την καθημερινότητα να βαλτώνει, ποτέ μα ποτέ δεν θα πρέπει να παρατάμε τον αγώνα μας για εξέλιξη και αυτοβελτίωση, μέχρι να τερματίσουμε. Μέχρι να φτάσουμε τα όνειρά μας, όσο ουτοπικά κι αν φαντάζουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή

Last modified: 24 Οκτωβρίου 2016

Αφήστε μια απάντηση