ΔΙΕΘΝΗ

Η μεγάλη έξοδος του Πούτιν στη Μέση Ανατολή

ε την επανείσοδό της στη σκηνή της Μέσης Ανατολής, πριν από τρία χρόνια, η Ρωσία επανήλθε στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής, όχι μόνο ως σημαντικός παίκτης σε μια από τις βασικότερες περιοχές τους κόσμου αλλά και ως παγκόσμιος παίκτης – για πρώτη φορά με την τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991.

Αυτή η επαναφορά της Ρωσίας οφείλεται κυρίως στην αποτελεσματική στρατιωτική επέμβαση της Μόσχας στη Συρία. Ωστόσο, η εμπλοκή της επηρέασε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή – όχι μόνο τη Συρία – κι αυτό με πολλούς τρόπους: σε πολιτικό, ψυχολογικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο.

Ο νέος ρόλος της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή έχει, σύμφωνα με ανάλυση του Stratfor, καθοριστική σημασία για την υλοποίηση της νέας στρατηγικής της Μόσχας με στόχο να καταστεί σημαντική δύναμη στην Μεγάλη Ευρασία.

Οι ιστορικές ρίζες 

Η Ρωσία, φυσικά, δεν είναι ξένη προς την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Περισσότερα από χίλια χρόνια πριν, αγκάλιασε την Χριστιανική Ορθοδοξία που της προσφέρθηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όταν η αυτοκρατορία κατέρρευσε, η Μόσχα ανέλαβε τα ηνία της Ορθοδοξίας παγκοσμίως και προστάτευσε τους υποστηρικτές της στα εδάφη που βρίσκονταν υπό τους Τούρκους Οθωμανούς. Το ρωσικό ναυτικό κυριαρχούσε στη Μεσόγειο από τον 18ο αιώνα, ενώ ο ρωσικός στην ξηρά απέκρουε τους Οθωμανούς και τους Πέρσες από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αγία Πετρούπολη ήταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας Σάικς – Πικό, που τεμάχιζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με την έλευση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν το βόρειο Ιράν. Το συνέδριο της Τεχεράνης το 1943 πραγματοποιήθηκε σε μια περιοχή που η ασφάλεια του Ρούζβελτ και του Τσόρτσιλ εξασφαλίστηκε από τον Κόκκινο Στρατό.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση ήταν ένας από τους πρώτους υποστηρικτές της ίδρυσης του εβραϊκού κράτους. Σύντομα, όμως, άρχισε να στηρίζει τους Άραβες στην Αίγυπτο, τη Συρία και αλλού, καθώς τους θεωρούσε γεωπολιτικούς συμμάχους στον Ψυχρό Πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ και ιδεολογικούς συντρόφους στον αντι-καπιταλιστικό πόλεμο. Η ΕΣΣΔ πρόσφερε πολλά όπλα, έστειλε δεκάδες χιλιάδες στρατιωτικούς συμβούλους και έδωσε μεγάλη οικονομική βοήθεια σε χώρες από την Αλγερία μέχρι τη Νότια Υεμένη. Με την Ευρώπη και την Ανατολική Ασία, χωρισμένες σε σφαίρες επιρροής, η Μέση Ανατολή, χαρακτηριζόταν από τη δεκαετία του 1950 ως και τη δεκαετία του 1980, ως βασικό πεδίο μάχης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ.

Η παρέμβαση στη Συρία και οι επιπτώσεις της 

Έτσι, όταν τον Σεπτέμβρη του 2015 ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποφάσισε να αναλάβει στρατιωτική δράση στη Συρία, οι Ρώσοι δεν μπήκαν σε μια άγνωστη κατάσταση. Η Συρία υπήρξε το περιφερειακό φρούριο της Ρωσίας κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του Ψυχρού Πολέμου. Οι Ρώσοι γνώριζαν τη χώρα και πολλούς από τους ηγέτες της. Η απόφαση της Μόσχας να αναλάβει δράση βασίστηκε στην ανησυχία ότι, αν δεν υπήρχε άμεση εξωτερική παρέμβαση, το καθεστώς Άσαντ θα μπορούσε να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από το «Ισλαμικό Χαλιφάτο» του ISIS, κάτι που θα ανέτρεπε την κατάσταση στον μουσουλμανικό κόσμο αλλά και στη Ρωσία και ευρύτερη γειτονιά της. Η απόφαση βασίστηκε επίσης στην πεποίθηση ότι με εξωτερική υποστήριξη, η Συρία με επικεφαλής την οικογένεια Άσαντ θα μπορούσε να διασωθεί. Η Μόσχα πίστευε ότι η παρέμβαση ήταν απαραίτητη για να αποφευχθούν οι επιζήμιες συνέπειες, τόσο για την περιοχή, όσο και για την ίδια τη Ρωσία κι αυτό ήταν κάτι που θα μπορούσε να γίνει. Ήταν βέβαια ρίσκο, να είναι κανείς σίγουρος, αλλά δεν ήταν και τζόγος.

Δύο χρόνια αργότερα, οι υπολογισμοί της Μόσχας υποστηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα αποτελέσματα της ρωσικής παρέμβασης. Το συριακό κράτος δεν έχει καταρρεύσει. Ακριβώς το αντίθετο. Η περιοχή που ελέγχει έχει επεκταθεί κατά τρεις φορές. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ εξακολουθεί να βρίσκεται στην εξουσία στη Δαμασκό και η αντιπολίτευση συμμετέχει σε διάφορες συνομιλίες – αν και ακόμη είναι άκαρπες – με κυβερνητικούς εκπροσώπους, τόσο στη Γενεύη, όσο και στην Αστάνα. Το Ισλαμικό Κράτος βρίσκεται σε άμυνα, χάνοντας και τα τελευταία του οχυρά, τόσο στη Συρία, όσο και στο Ιράκ. Το πιο σημαντικό για τη Μόσχα, είναι ότι οι τζιχαντιστές στερήθηκαν της ευκαιρίας να αποσταθεροποιήσουν τον ρωσικό βόρειο Καύκασο ή τα γειτονικά κράτη της Κεντρικής Ασίας. Η Ρωσία δεν απέφυγε τις τρομοκρατικής επιθέσεις – η ευθύνη για την έκρηξη στο μετρό της Αγίας Πετρούπολης και η κατάρριψη ενός ρωσικού επιβατικού αεροπλάνου στην περιοχή του Σινά αναλήφθηκε από ομάδες προσκείμενες στον ISIS – αλλά οι επιθέσεις αυτές ήταν πολύ λιγότερες απ’ ότι στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Αν εξαιρέσει κανείς τις άμεσες ανησυχίες για την ασφάλεια, η ρωσική δράση στη Συρία στοχεύει κυρίως στην υποστήριξη της αντίληψης της Μόσχας για την παγκόσμια τάξη. Αναλαμβάνοντας στρατιωτική δράση, η Ρωσία ανέτρεψε την παλίρροια της Αραβικής Άνοιξης, πίσω από την οποία υποπτευόταν ότι βρισκόταν η Δύση και αρνήθηκε στις ΗΠΑ και τους συμμάχους της την ευκαιρία να ρίξουν το καθεστώς, το οποίο είχαν ήδη καταδικάσει ως μη νόμιμο. Η Μόσχα έσπασε επίσης το de facto μονοπώλιο των ΗΠΑ στις εξωτερικές στρατιωτικές επιχειρήσεις που κρατούσε από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Συρία αποτελούσε αποτέλεσε μια «έξοδο» τη στρατιωτικής δύναμης της Ρωσίας, αν και σε μέτρια κλίμακα.

Έτσι, η δράση στη Συρία άνοιξε το δρόμο για την επανένταξη της Ρωσίας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χώρο, πέρα, δηλαδή, από τον πρώην σοβιετικό χώρο, στον οποίο οι ενέργειες της Μόσχας είχαν περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Στην πραγματικότητα ο πρωταρχικός στόχος του Κρεμλίνου ήταν να αναγκάσει τις ΗΠΑ να αναγνωρίσουν τη Ρωσία ως παγκόσμια δύναμη. Η Μόσχα δεν περίμενε από την Ουάσιγκτον μια τέτοια αναγνώριση: την απαίτησε με τις ενέργειές της. Είναι αλήθεια ότι ο αρχικός στόχος της επίτευξης ενός ειρηνικού διακανονισμού στη Συρία μέσω κοινών αμερικανικών και ρωσικών προσπαθειών αποδείχτηκε αδύνατος, διότι η Ουάσιγκτον δεν ήταν πρόθυμη να δεχτεί τη Μόσχα ως ισότιμο συνομιλητή. Ωστόσο η Ρωσία κατόρθωσε να επιτύχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στόχο της, μια de facto αναγνώριση των ΗΠΑ ότι η επίτευξη της ειρήνης στη Συρία θα ήταν αδύνατη χωρίς τη ρωσική συνεργασία.

Η αναγνώριση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πολυάριθμες προφητείες της Ουάσιγκτον στην αρχή της εμπλοκής της Μόσχας: ότι δηλαδή η Ρωσία έμπαινε σε έναν βάλτο, ότι η επιχείρηση της στη Συρία θα ήταν μια επανάληψη της σοβιετικής αποτυχίας στο Αφγανιστάν, ότι το οικονομικό κόστος της ρωσικής στρατιωτικής εμπλοκής θα ήταν πολύ βαρύ για τη Μόσχα, ότι οι ανθρώπινες απώλειες θα έκαναν τον ρωσικό λαό να αμφισβητήσει τη σοφία του Πούτιν στην εξωτερική πολιτική, ότι η Ρωσία μέσω των ενεργειών της, όχι μόνο θα υπερασπιστεί έναν χαμένο σκοπό (δηλαδή το υποτιθέμενο καταδικασμένο καθεστώς Άσαντ), αλλά θα βρεθεί σε ανταγωνισμό με τον υπόλοιπο σουνιτικό αραβικό κόσμο, ότι τα ρωσικά όπλα δεν ήταν τόσο ακριβή και οι Ρώσοι πιλότοι δεν είχαν την κατάλληλη κατάρτιση και εμπειρία, ότι ο πόλεμος εναντίον μουσουλμάνων σε μια ξένη χώρα θα αποσταθεροποιούσε τις μουσουλμανικές περιοχές εντός της ίδιας της Ρωσία, και ούτω καθεξής.

Η πραγματικότητα των τελευταίων δύο ετών ήταν ακριβώς η αντίστροφη. Η Ρωσία είχε στόχους, στρατηγική και ακολούθησε τις κατάλληλες τακτικές που ως επί το πλείστον της βγήκαν. Εκεί όπου κατ’ όνομα η Ρωσία απέτυχε, δηλαδή στην προσπάθεια να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ ως ισοδύναμος εταίρος και στο να αναγκάσουν τη συριακή κυβέρνηση και την αντιπολίτευση να διαπραγματευτούν τους όρους μιας συμφωνίας διαμοιρασμού της εξουσίας, αυτό ήταν αποτέλεσμα της βαθιά εδραιωμένης εχθρότητας του Πενταγώνου και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών προς τη Μόσχα αλλά και της αδιαλλαξίας τόσο του στρατοπέδου του Άσαντ, όσο και των αντιπάλων του και των υποστηρικτών τους.

Οι ανθρώπινες απώλειες που υπέστησαν οι Ρώσοι ανήλθαν επίσημα σε λίγο πάνω από 30 νεκρούς σε διάστημα τριών ετών ενώ ακόμη και η ανεπίσημη καταμέτρηση είναι αρκετά κάτω από 100 νεκρούς. Το νούμερο είναι τραγικό καθώς υπάρχουν οικογένειες στρατιωτών που πενθούν τους ανθρώπους τους αλλά δεν είναι μεγάλο νούμερο σε σχέση με τη ρωσική δύναμη που μάχεται στη Συρία.

Το οικονομικό βάρος της ρωσικής εκστρατείας στη Συρία, μπορεί να συγκριθεί με το κόστος μιας συνεχούς στρατιωτικής άσκησης μεσαίου επιπέδου, στην οποία ο ρωσικός προϋπολογισμός μπορεί άνετα να ανταπεξέλθει. Οι Ρώσοι πιλότοι και ο ρωσικός εξοπλισμός λειτούργησαν όχι μόνο επαρκώς αλλά και πέρα από κάθε προσδοκία και οι γραμμές τροφοδοσίας δούλεψαν σωστά. Δεν υπήρξε επίσης ανάγκη για σημαντική κλιμάκωση της αεροπορικής επιχείρησης ή επέκτασή της, ώστε να χρειαστεί να αποσταλούν και δυνάμεις ξηράς. Με τη βοήθεια της Ρωσίας, ο Μπασάρ αλ Άσαντ, κατάφερε να επιβιώσει στην προεδρία επί Ομπάμα, ο οποίος το 2012 είχε χαρακτηρίσει τις ημέρες του Σύρου Προέδρου μετρημένες. Στο εσωτερικό του αραβικού κόσμου το γόητρο της Ρωσίας αυξήθηκε. Οι σχέσεις της Μόσχας με το Κάιρο, έγιναν ισχυρότερες από ποτέ, μετά την εκδίωξη των σοβιετικών συμβούλων από την Αίγυπτο εκ μέρους του προέδρου Ανουάρ Σαντάτ το 1972.

Πέρα από τη Συρία και προς μεγάλη έκπληξη πολλών εξωτερικών παρατηρητών, η Μόσχα κατάφερε να διαπραγματευτεί μάλλον με επιτυχία τους διάφορους διχασμούς που είναι τόσο συνηθισμένοι στη Μέση Ανατολή. Οι Ρώσοι παρέμειναν με επαφή με όλους στην περιοχή, εκτός από τους θυγατρικούς θύλακες του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα, τους οποίους χτύπησαν με βόμβες και πυραύλους. Διατήρησαν στενές σχέσεις με το Ισραήλ, ακόμη κι όταν «έκλεισαν» μια τακτική στρατιωτική συμμαχία με το Ιράν. Καλλιέργησαν σχέσεις τόσο με τους Κούρδους, όσο και με τις κυβερνήσεις της Τουρκίας, του Ιράκ και της Συρίας. Είχαν επαφές με απεσταλμένους των αντίπαλων αρχών της δυτικής και της ανατολικής Λιβύης. Παρείχαν καλές υπηρεσίες στο Κατάρ και στις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου που επιδιώκουν να μειώσουν τη δύναμη της Ντόχα. Ο κατάλογος είναι μεγάλος και περιλαμβάνει τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, το Ισραήλ και το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και πολλές άλλες. Βασικά, η Ρωσία κατέστησε σαφές από την αρχή ότι δεν είχε αποκλειστικές συμμαχίες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου και του Άσαντ, αλλά επίσης δεν έβλεπε και καμία χώρα ως ορκισμένο εχθρό της.

Στην πραγματικότητα, η Μόσχα δημιούργησε ad hoc στρατιωτικές και διπλωματικές συμμαχίες στη Συρία με τη Δαμασκό, με την Τεχεράνη, την Άγκυρα και τη Βαγδάτη, καθώς και με τη Χεζμπολάχ. Καλλιέργησε επίσης σχέσεις με το Αμμάν. Στη Λιβύη, συνεργάζεται στενά τόσο με το Κάιρο, όσο και με το Άμπου Ντάμπι. Στο ζήτημα της ρύθμισης της παραγωγής πετρελαίου και του καθορισμού της τιμής, η Μόσχα συνεργάζεται τόσο με το Ριάντ, όσο και με την Τεχεράνη και επιπλέον έχει επιτυχώς αναλάβει ρόλο μεσολαβητή μεταξύ τους. Τίποτα από αυτά δεν ήταν εύκολο και όλα απαιτούσαν όχι μόνο υψηλό επίπεδο περιφερειακής εμπειρογνωμοσύνης αλλά κι ένα ορισμένο επίπεδο πολιτικού συντονισμού προς τις διάφορες κυβερνήσεις καθώς και μεταξύ των διπλωματών και των στρατιωτικών της ίδιας της ρωσικής κυβέρνησης.

Δεν πήγαν φυσικά όλα κατά για τη Ρωσία. Τον Νοέμβριο του 2015, ένα ρωσικό βομβαρδιστικό καταρρίφθηκε από Τούρκους μαχητές κοντά στα σύνορα της Συρίας. Η Ρωσία επέλεξε να μην επιτεθεί στις τουρκικές δυνάμεις αλλά ανταποκρίθηκε με σθένος κόβοντας πολλούς εμπορικούς δεσμούς με την Τουρκία. Τελικά ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ρετζέπ Ερντογάν εξέδωσε μια δήλωση που έγινε δεκτή ως «συγγνώμη» από τον Πούτιν. Σύντομα μετά από αυτό, η Μόσχα υποστήριξε στον Ερντογάν στην απόπειρα πραξικοπήματος και μέχρι τα τέλη του 2016, οι δυο χώρες σχηματίσαν μια εικονική πολιτικο-στρατιωτική συμμαχία που υπερέβη τη δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή από Τούρκο αστυνομικό αλλά και τα ρωσικά πυρά που σκότωσαν αρκετούς Τούρκους στρατιώτες.

Η στρατηγική της Μεγάλης Ευρασίας 

Εκτός από την παρέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ενέργειές της στη Συρία και οι δραστηριότητές της στη Μέση Ανατολή αποτέλεσαν ένα ξέσπασμα μετά την παρατεταμένη περίοδο που ακολούθησε τον Ψυχρό Πόλεμο και κατά την οποία η Αμερική δεν άφησε πολλά περιθώρια για τη Ρωσία να δράσει ως ανεξάρτητος παγκόσμιος παίκτης. Από αυτή την οπτική γωνία, η Μέση Ανατολή αποτελεί μια περιοχή για την γεωπολιτική εξέλιξη της Μόσχας, η οποία έχει πολύ μεγάλη σημασία. Ήρθαν επίσης σε μια στιγμή που η Μόσχα έπρεπε να παραδεχτεί την αποτυχία των δυο κύριων στρατηγικών της από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης: Την ενσωμάτωση της Ρωσίας στην ευρύτερη Δύση και την ενσωμάτωση στη Ρωσία των πρώην σοβιετικών χωρών.

Αντί γι’ αυτές τις πλέον παρελθούσες στρατηγικές, εμφανίζεται μια νέα. Αντί να τοποθετηθεί η Ρωσία ως ένα μέρος του Ευρωαντλαντικού Κόσμου – όπου η αμοιβαία αποξένωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης είναι μια πραγματικότητα – ή ως η μεγάλη κεντρική δύναμη της μετασοβιετικής κοινότητας – η οποία δεν θα ενωθεί – τοποθετεί τη χώρα εκεί ακριβώς που βρίσκεται γεωγραφικά, δηλαδή, στα βόρεια της Μεγάλης Ευρασίας. Αυτό δίνει στη Μόσχα μια προοπτική 360 μοιρών, στην οποία οι χώρες της Ευρώπης, της Ανατολικής, Κεντρικής και Νότιας Ασίας και η Μέση Ανατολή αποτελούν μια ενιαία γειτονιά, που βρέχεται από τον Ατλαντικό στα δυτικά, την Αρκτική στο Βορρά, τον Ειρηνικό στα ανατολικά και τον Ινδικό στα Νότια. Η Ρωσίας είναι ένας γείτονας για όλους αλλά δεν ανήκει σε κανένα μπλοκ, ούτε ευρωκεντρικό, ούτε σινοκεντρικό. Ούτε πλέον μπορεί να επιμείνει σε ένα ρωσοκεντρικό κατασκεύασμα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Μέση Ανατολή αποτελεί ταυτόχρονα ένα ζήτημα ασφάλειας, μια οικονομική ευκαιρία και μια πηγή έμπνευσης για την αυξανόμενη ιθαγενή μουσουλμανική μειονότητα της Ρωσίας – όλα αυτά δεν πρέπει να αγνοηθούν. Όσον αφορά την περιοχή, η Μόσχα πιθανότατα θα ακολουθήσει το πρότυπο των τελευταίων ετών: θα διατηρεί επαφές με όλους αλλά θα ακολουθεί το δικό της συμφέρον, θα αποφεύγει τις συμμαχίες και τις ψευδαισθήσεις, θα χτίζει ad-hoc συνασπισμούς όπου αυτό είναι απαραίτητο και αλλάζοντας διαφορετικούς τακτικούς στόχους, θα επιδιώκει σαφή οικονομικά συμφέροντα χωρίς να επιβάλλει ιδεολογικά ή σχετιζόμενα με τις αξίες σχέδια και θα τάσσεται ενάντια στους τρομοκράτες, πάντα με σεβασμό προς το Ισλάμ, το οποίο είναι η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία στη Ρωσία.

Αφήστε μια απάντηση