Επικίνδυνη ισορροπία για τη Συμφωνία των Πρεσπών

ΔΙΕΘΝΗ

Η Συμφωνία των Πρεσπών εξαρχής δεν ήταν εύκολη υπόθεση και αυτό ήταν γνωστό και από τις δύο πλευρές των συνόρων.

Ο λόγος ήταν ότι ο πυρήνας της συμφωνίας, δηλαδή η «ανταλλαγή» ανάμεσα στη σύνθετη ονομασία και την αποδοχή κάποιου είδους «μακεδονικής ταυτότητας», μπορεί να ήταν ο μόνος εφικτός συμβιβασμός, όμως την ίδια στιγμή είχε βάσιμες δυσκολίες να τύχει ουσιαστικής νομιμοποίησης στο εσωτερικό και των δύο χωρών.

Στη μεν ΠΓΔΜ η αλλαγή ή το «κουτσούρεμα» του ονόματος φάνηκε σε αρκετούς ως μια υπερβολική υποχώρηση. Στο βαθμό που η αναγνώριση της γειτονικής χώρας από την πλειοψηφία των κρατώ με τη συνταγματική της ονομασία ήταν ίσως η μόνη «επιτυχία» της δύσκολης διαδρομής μετά την ανεξαρτησία, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν αρνητικά στο ενδεχόμενο άλλου ενός οδυνηρού συμβιβασμού.

Στη δε Ελλάδα, η έστω και έμμεση παραδοχή της ύπαρξης «μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας» ήταν επόμενο να προκαλέσει ένα μεγάλο φάσμα αντιδράσεων, όχι μόνο επειδή σε αρκετούς θα έφερνε μνήμες προηγούμενων αλυτρωτισμών, αλλά και επειδή εδώ και δεκαετίες το επίσημο αφήγημα κατεξοχήν όριζε αυτό το σημείο ως το απόλυτο όριο.

Μάλιστα, ακόμη και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ουκ ολίγες φορές επέμεινε ότι αναγνωρίζουμε όνομα κράτους και όχι εθνική ταυτότητα και θυμόμαστε τις σχοινοτενείς τοποθετήσεις για το πώς η ιθαγένεια δεν συνεπάγεται εθνότητα.

Εντολοδόχοι

Αυτές οι δυσκολίες επιτάθηκε από το ότι η συμφωνία αυτή δεν ήρθε ως αποτέλεσμα κάποιας συζήτησης που άνοιξε στο εσωτερικών των δύο κρατών.

Αντίθετα, κυρίως καθορίστηκε από μια τρίτη παράμετρο, δηλαδή την προσπάθεια αλλαγής γεωπολιτικών συσχετισμών στα Δυτικά Βαλκάνια και τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ.

Ως αποτέλεσμα η διαπραγμάτευση για τη συμφωνία ανακοινώθηκε αφού είχε ήδη γίνει ως προς το ουσιαστικό της μέρος, κάτι που αποξένωσε ακόμη περισσότερο τους πολίτες και των δύο χωρών.

Σε αυτό το φόντο εάν ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε στη θέση να μην έχει πλατιά συναίνεση και να βλέπει μεγάλη απόρριψη της Συμφωνίας των Πρεσπών σε όλα τα γκάλοπ, ο Ζόραν Ζάεφ βρέθηκε σε ακόμη δυσκολότερη θέση καθώς είχε ποντάρει τα πάντα στο να περάσει η συμφωνία.

Αυτό σήμαινε ότι εκ των πραγμάτων έπρεπε να προσφέρει στο κρίσιμο τμήμα των βουλευτών της αντιπολίτευσης που συμπαρατάχθηκαν μαζί του στη διαδικασία αναθεώρησης στοιχεία μιας πιο «εθνικής» στάσης.

Μόνο που αυτό εκ των πραγμάτων θα πήγαινε πέρα από το συνδυασμό «μακεδονικής γλώσσας και ιθαγένειας» που έχει η συμφωνία προς πιο σαφείς διεκδικήσεις «μακεδονικής εθνικής ταυτότητας», ακόμη και στο κομβικό για το εθνικό αφήγημα της ΠΓΔΜ αλλά και απαγορευτικό για τα ελληνικά κόμματα πεδίο των «μακεδόνων του Αιγαίου», διακυβεύοντας το βασικό σημείο ισορροπίας που ήταν το «καμιά άμεση ή έμμεση αλυτρωτική αναφορά».

Αυτό προσπάθησε να κάνει με τη δήλωση περί «μακεδόνων του Αιγαίου» που μπορεί και να διδάσκονται τη «μακεδονική γλώσσα», έστω και εάν αναγκάστηκε μετά να υπαναχωρήσει και να δώσει διευκρινιστική δήλωση.

Η δύσκολη ισορροπία

Όμως, την ίδια στιγμή αυτή ακριβώς η δήλωση έφερε σε οριακή θέση και την ελληνική πλευρά γιατί και αυτή πρέπει να χειριστεί της δύσκολη ισορροπία που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί με δηλώσεις του τύπου «άλλο ιθαγένεια άλλο εθνότητα».

Εάν δοκιμάσει να παραδεχτεί με ειλικρίνεια ότι στοιχείο του συμβιβασμού είναι ακριβώς η παραδοχή «μακεδονικής ταυτότητας» κινδυνεύει να βρεθεί στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης ακόμη περισσότερο, ιδίως από τη στιγμή που μπαίνουμε στην τελική ευθεία για εκλογικές μάχες και δεν έχει κανένα λόγο η αντιπολίτευση να διευκολύνει την κυβέρνηση,  και άρα να διακυβευτεί ακόμη περισσότερο το πέρασμα της συμφωνίας.

Εάν επιμείνει στην τρέχουσα «γραμμή» και ρητορική θα πρέπει να απολογείται για κάθε τακτική επιλογή του Ζάεφ στη δική του προσπάθεια να εξασφαλίσει το πέρασμα της Συμφωνίας από τη Βουλή της ΠΓΔΜ.

Εάν δοκιμάσει να είναι «σκληρή» στη ρητορική της έναντι της κυβέρνησης της γειτονικής χώρας υπάρχει ο κίνδυνος να δώσει επιχειρήματα στην εθνικιστική αντιπολίτευση και να υπονομεύσει την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στην ΠΓΔΜ

Όλα αυτά γίνονται ακόμη πιο δύσκολα από τη στιγμή που το βασικό damage control που είχε προβλέψει η κυβέρνηση, δηλαδή το να αποδώσει τα πάντα στην αδιαλλαξία της ΠΓΔΜ δεν ισχύει εφόσον και η Συμφωνία υπογράφηκε και ξεκίνησε τελικά η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Πλέον, παρά τη δυσαρέσκεια για τη συμφωνία, το να μην ολοκληρωθεί θα αποτελέσει για τον ΣΥΡΙΖΑ απλώς επιπλέον κόστος.

Με αυτή την έννοια η αμηχανία της κυβέρνησης είναι σε τελική ανάλυση το αποτέλεσμα των ίδιων της των επιλογών και κυρίως του τρόπου που επέλεξε να λύσει ένα ζήτημα χωρίς πρώτα να ανοίξει το ζήτημα στην ίδια την κοινωνία και χωρίς να επιδιώξει την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

ΠΗΓΗ

Last modified: 5 Δεκεμβρίου 2018

Αφήστε μια απάντηση